«Βυζάντιο: μια πολύτιμη κληρονομιά για τον Ελληνισμό».

Ηλιάδη Αμαλία Κ., φιλόλογος-ιστορικός (Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας απ’ το Α.Π.Θ.) Υπεύθυνη Σχολικής Βιβλιοθήκης 2ου Ε.Π.Α.Λ. Τρικάλων

Δ/νση κατοικίας: Μ. Πιτσάκου 21
Τ.Κ. 42100 ΤρίκαλαΤηλ.& Fax: 2431071402
ailiadi@sch.gr
http://users.sch.gr/ailiadi
http://blogs.sch.gr/ailiadi
http://www.matia.gr

«Βυζάντιο: μια πολύτιμη κληρονομιά για τον Ελληνισμό».

(Εκφράζω τις θερμές μου ευχαριστίες στην αδερφή μου Βάσω Κ. Ηλιάδη, χωρίς την πολύτιμη βοήθεια της οποίας δεν θα ολοκληρωνόταν αυτή η εισήγηση).

Κωνσταντινούπολη, Η «Βασιλίς των Πόλεων»
«Η Πόλις ήτον το σπαθίν, η Πόλις το κοντάριν,
η Πόλις ήτον το κλειδίν της Ρωμανίας όλης,
κ’ εκλείδωνε και σφάλιζεν όλην την Ρωμανίαν,
και όλον το Αρτζιπέλαγος εσφικτοκλείδωνέν το…».

Στους στίχους αυτούς του ανώνυμου ποιητή του «Θρήνου της Κωνσταντινουπόλεως», που δημοσίευσε το 1880 στον πρώτο τόμο της “Bibliotheque Grecque vulgaire” (Παρίσι) ο Αιμίλιος Legrand, σσ. 169-202 (πρόκειται για τους στίχους 614-617), φαίνεται ανάγλυφη η σημασία και ο ρόλος της Κωνσταντινούπολης στη ζωή ολόκληρης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Όπως σημειώνει ο D.C.Esseling, «το σχέδιον της Κωνσταντινουπόλεως εξεπονήθη κατά το δυνατόν ομοιότατον προς το της Ρώμης, με την διαίρεσιν της πόλεως εις δεκατέσσαρα τμήματα, με τον ιππόδρομον, με τας αγοράς, αλλ’ όμως αι κυριώταται οδοί είχον, όπως εις τας πόλεις της Συρίας, κιονοστοιχίας ένθεν και ένθεν, αι δε μεγάλαι δεξαμεναί αυτής κατεσκευάσθησαν κατά το αυτό σύστημα καθ’ ο και αι της Αλεξανδρείας» (Βυζάντιον και Βυζαντινός Πολιτισμός, μτφρ. Σ.Κ.Σακελλαρόπουλου, εκδ. Γ. Παπακωνσταντίνου, Αθήναι, σελ. 123).
Ο ίδιος (όπ. παρ., σελ. 7), περιγράφει και αξιολογεί τη γεωγραφική θέση της Βασιλεύουσας ή Βασιλίδος των πόλεων, όπως εύστοχα έχει αποκληθεί η Κωνσταντινούπολη ως εξής: «Εν τω μέσω του πορθμού, όστις ενώνει την Μεσόγειον προς την Μαύρην Θάλασσαν, ανοίγεται εις έκτασιν ενός και ημίσεος μιλλίου στενόπορος κολπίσκος, του οποίου τα βαθέα ύδατα προστατευόμενα κατά πάσης αμμώδους εμφράξεως υπό ισχυρών θαλασσίων ρευμάτων και της συρροής ενός ποταμού, σχηματίζουν ένα φυσικό λιμένα, εις ον δύναται ασφαλώς και απηλλαγμένα παντός φόβου προσβολής να προσορμίζωνται απειράριθμα σχεδόν πλοία. Επί της δυτικής όχθης του κολπίσκου τούτου, γνωστής από αμνημονεύτων χρόνων υπό το όνομα του Κερατίου Κόλπου, εκτείνεται η πόλις επάνω εις μίαν γλώσσαν γης, ήτις είναι στενοτέρα κατά την άκραν. Εξ αμφοτέρων των μερών η θάλασσα σχηματίζει φυσικόν οχύρωμα, το δε μέρος, το πολύ μικρότερον, το οποίον αντικρύζει την ήπειρον, εύκολον είναι τελείως να οχυρωθή. Εκτός δε τούτου τα θαλάσσια ρεύματα της Προποντίδας τα κατευθυνόμενα προς Νότον και οι βόρειοι άνεμοι οι επικρατούντες κατά το θέρος καθίστων πάσαν προσβολήν εκ μέρους της θαλάσσης δυσχερεστάτην δια τα πλοία, των οποίων κατ’ εκείνους τους χρόνους μόνον με ιστία και με κώπας εγίνετο ο χειρισμός. Εκεί δε ακριβώς συνάπτονται η Ασία και η Ευρώπη και αντιφιλοτιμούνται ως προς την αφθονίαν των προϊόντων και γης και θαλάσσης, τα οποία εκάστη εκ των δύο έχει να επιδείξη».
Κυπριακός θρήνος, όπως έδειξε ο Ε.Γ.Κριαράς, που τον εξέδωσε και κριτικά, με τον τίτλο «Ανακάλημα της Κωνσταντινούπολης» αναφέρεται με θαυμασμό στην ομορφιά και τα μνημεία, με τα οποία τη στόλισαν όχι μόνο ο ιδρυτής της, αλλά και οι επόμενοι Βυζαντινοί Αυτοκράτορες (στίχοι 95-100, 106-107).
«Αυτός λοιπόν εκόσμησε ο μέγας Κωνσταντίνος
την πόλιν την εξακουστήν, ήν βλέπεις και ακούεις,
καθώς την κλήσιν έλαβε και την επωνυμίαν.
Ομοίως Ιουστινιανός εκόσμησε μεγάλως
έκτισε την αγιάν Σοφιάν, το θέαμα το μέγα,
παραπλησίον γέγονε Σιών της Παναγίας…
Όταν εις νουν τα θυμηθώ της Πόλεως τα κάλλη
στενάζω και οδύρομαι και τύπτω εις το στήθος».

Η ίδρυση και τα εγκαίνια
Η ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας αρχίζει το 324 μ.Χ., το χρόνο ακριβώς που θεμελιώθηκε η Κωνσταντινούπολη, όπως ακριβώς η άλωσή της το 1453 οριοθετεί και το τέλος της. Ωστόσο, επιβίωσε για λίγα μόνο χρόνια η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας.

Αυτοκρατορία της Τραπεζούντος των Μεγαλοκομνηνών: Πόντος:
Το Αρχαίο και περίφημο μοναστήρι του Πόντου, της Παναγίας του Σουμελά υπήρξε το πνευματικό και πολιτισμικό κέντρο της ευρύτερης περιοχής καθ’ όλη την περίοδο του Βυζαντίου και της Τουρκοκρατίας.
Η Αργυρούπολη, όπως και όλη η περιοχή του Πόντου, παρουσιάζει μεγάλο και ποικίλο ενδιαφέρον. Από τους αρχαίους χρόνους οι κάτοικοι διακρίνονταν για την έντονη θρησκευτικότητά τους. Ο Πόντος φέρεται ως ένα από τα πιο αξιόλογα και πολυπληθή κέντρα του μοναχισμού. Στην ησυχία των βουνών της Βιθυνίας, Καππαδοκίας, Ηράκλειας, Παφλαγονίας, Σινώπης, Αμισού, Τραπεζούντος και Κερασούντος αναπτύχθηκε σημαντικός ασκητισμός, που ανέδειξε πολλούς αγίους, συνεχιστές του φρονήματος των μαρτύρων των ίδιων τόπων, των πρωτοχριστιανικών αιώνων. Εδώ ασκήτευσαν οι μέγιστοι φωστήρες της τρισηλίου Θεότητος, οι Τρεις Ιεράρχες: Πρώτος ο Μ. Βασίλειος, καθώς γράφει «επί Πόντον απήλθον. Ένθα δη μοι ο Θεός χωρίον υπέδειξεν ακριβώς συμβαίνον τω εμώ τρόπω…». Το ησυχαστήριο αυτό, στο οποίο λέγεται να ήλθαν αργότερα και οι άγιοι Γρηγόριος ο Θεολόγος και Ιωάννης ο Χρυσόστομος, αναφέρεται στο παρά την Κερασούντα όρος, το ονομαζόμενο. Άγιος Βασίλειος.
Μετά την κατάληψη της περιοχής από τους Τούρκους οι ασκητές «μεταφυτεύθηκαν» σε άλλους ησυχαστικούς τόπους. Ένας από αυτούς που κατοίκησαν στο Άγιον Όρος, είναι ο όσιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης, ο κτίτορας της Μ. Λαύρας, ο Τραπεζούντιος, που έγινε ο πρώτος μιας μακράς σειράς ανδρών, που ακολούθησαν τη ζωή του.
Την περίοδο της Τουρκοκρατίας ο Ελληνισμός του Πόντου σκληρά δεινοπαθεί. Τα σχολεία κλείνουν, οι δάσκαλοι διώκονται, η ελληνική γλώσσα μιλιέται και γράφεται μυστικά. Δημεύσεις κι εξορίες των Ελλήνων, σφαγές και βιαιότητες συμβαίνουν πολύ συχνά. Στην κρίσιμη αυτή περίοδο και περιοχή τα παλιά, βυζαντινά μα και τα μεταβυζαντινά μοναστήρια αποτελούν καταφύγιο παρηγοριάς κι ενισχύσεως. Εδώ διατηρείται η πίστη, η γλώσσα, η παιδεία και το υψηλό φρόνημα. Οι μοναχοί γίνονται οι ενθουσιώδεις ποιμένες, οι φιλόστοργοι πατέρες, οι φωτισμένοι δάσκαλοι και οι διακριτικοί οδηγοί. Τα μοναστήρια Παναγίας Σουμελά, Αγίου Ιωάννου Βαζελώνος, Αγίου Γεωργίου Περιστερεώτα, Αγίου Ιωάννου Χουτουρά, Παναγίας Μπαλτζάνας, Παναγιάς Καγιά-Τιπή, Παναγιάς Μαντεκέν, Προφήτου Ηλιού, Ζωοδόχου Πηγής Καστροτείχου, Παναγιάς Κρεμαστής, Παναγιάς Γουμερά, Αγίας Τριάδος, Αγίας Δυνάμεως, Αγίου Ευγενίου, Παναγιάς Χουτουρά, Αγίου Θεοδώρου Γαβρά, Αγίου Ακινδύνου, Αγίου Ιωάννου Αγιαστή, Θεοσκεπάστου, Αγίου Γρηγορίου Νύσσης, Αγίου Βασιλείου, Αγίου Σάββα, Ακεψιμά, Αγίου Γεωργίου Ζανταέρτς, Θεοτόκου Σιλικλή παίζουν ένα πολύ σημαντικό ρόλο.

Σημειώσεις
1. Διονυσίου, μητροπολίτου Δράμας, Μνημόσυνα και εγκαίνια, Δράμα 1974, σ. 22.
2. Κυριακίδου Ε.Θ. Ιστορία της παρά την Τραπεζούντα ιεράς …μονής της Υπεραγίας Θεοτόκου του Σουμελά, Αθήναι 1898.
3. Χρυσάνθους, μητροπολίτου Τραπεζούντος, Αρχείον Πόντου, Δ΄ και Ε΄, Αθήναι 1933.
4. Χαιρέτη Μ.Κ. Σουμελά Μονή, Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαιδεία, τ. 11, Αθήναι 1967, στ. 291-295.
5. Παπακωνσταντίνου Α. Εγκυκλοπαίδεια του Πόντου, τ. 1, Θεσσαλονίκη 1985, σσ. 65-72.
6. Ιωαννίδου Σ. Ιστορία της Τραπεζούντος και της περί αυτήν χώρας, Κωνσταντινούπολις 1870.
7. Ιωαννίδου Ι. Ημερολόγιον του Πόντου και οδηγός της Τραπεζούντος και των περιχώρων, Τραπεζούς 1903.
8. Παπαμιχαλόπουλου Ν.Κ. Περιήγησις εις τον Πόντον, Αθήναι 1903.
9. Αναγνωστόπουλου Λ. Η Γεωγραφία της Ανατολίας, 1922.
10. Δωροθέου Σχολαρίου, μητροπολίτου, Κλείς της Πατρολογίας και των Βυζαντινών συγγραφέων, Αθήναι 1879, σ. 88.
11. Παπαμιχαλόπουλου Ν.Κ. όπ.π.σ. 105.
12. Νικοδήμου Μπιλάλη, μοναχού, Ο όσιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης, Αθήναι 1975.
13. Τριανταφυλλίδη Π. Η εν Πόντω ελληνική φυλή, ήτοι τα Ποντικά, η προσετέθησαν και λόγοι τινές εν Τραπεζούντι εκφωνηθέντες, Αθήναι 1866.
14. Λαμέρα Κ. Η περί Μικράς Ασίας και των εν αυτή κρυπτοχριστιανών διάλεξις, Αθήναι 1962.
15. Μηλιώρη Ν. Οι Κρυπτοχριστιανοί, Αθήναι 1962.
16. Ανδριώτη Ν.Π. Κρυπτοχριστιανική φιλολογία, Θεσσαλονίκη 1971.
17. Ανδριώτη Ν.Π. Κρυπτοχριστιανικά κείμενα, Θεσσαλονίκη 1974.
18. Τσιαβασισβίλη Ι. Ιστορία των Ιβήρων (ιβηρικά), Τιφλίς 1913-14, 1928-29.
19. Κεκελίτζε Κ. Ιστορία της ιβηρικής φιλολογίας (ιβηρικά), Τιφλίς 1923-24.
20. Γριτσόπουλου Τ.Α. Ιβηρική εκκλησία, Η.Θ.Ε. τ. 6, στ. 696-700.
21. Τιμοθέου, αρχιμ. Άγιοι της Γεωργίας, Ωρωπός Αττικής 1986.
22. Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Ο Μακάριος Γέροντας Γεώργιος Καρσλίδης (1901-1959). Έκδοσις Ιεράς Μονής Αναλήψεως του Σωτήρος, Ταξιάρχαι (Σίψα) Δράμας, 2008.

Μετά τη μικρή αυτή παρένθεση, επανερχόμαστε στη συνέχεια της γραμμικής μας εξιστόρησης: το 324, όπως σημειώνει και η Καθηγήτρια Αικατερίνη Χριστοφιλοπούλου, σταματούν οι διωγμοί κατά των Χριστιανών και αναγνωρίζεται ο Χριστιανισμός ως επίσημη θρησκεία, γεγονός ιδιαίτερα σημαντικό για την περαιτέρω πορεία και ανέλιξη της Αυτοκρατορίας (Βυζαντινή Ιστορία, Α΄ 324-610, Αθήναι 1975, σελ. 21). Η θεμελίωση της Κωνσταντινούπολης έγινε στις 8 Νοεμβρίου 324 και τα εγκαίνιά της στις 11 Μαΐου 330 από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο, μονοκράτορα πλέον από τον Σεπτέμβριο 324, που νίκησε κατά κράτος τον Λικίνιο. Τα εγκαίνια της νέας πρωτεύουσας τελέσθηκαν με ξεχωριστή λαμπρότητα: «Αι τελεταί», γράφει ο Δ.Α.Ζακυθηνός, «μετείχον της ειδωλολατρικής παραδόσεως και της νέας θρησκείας. Η Τύχη της νέας πρωτευούσης εχαράχθη επί των νομισμάτων. Η Κωνσταντινούπολις, εις ήν απενεμήθη το ins italicum, αποσπασθείσα της Θρακικής επαρχίας, ετάχθη υπό ανθύπατον… Η πόλις εις ήν ο Κωνσταντίνος έστρεψε την προσοχήν αυτού εκτίσθη κατά την παράδοσιν τω 657 π.Χ. υπό Μεγαρέων αποίκων. Κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους το Βυζάντιον απέκτησεν εξαίρετον στρατηγικήν σημασίαν» (Βυζαντινή Ιστορία 324-1071, Αθήναι 1972, σσ. 33-34).
Η ίδια η Κωνσταντινούπολη στον λεγόμενο «θρήνο των τεσσάρων Πατριαρχείων Κωνσταντινούπολης, Αλεξάνδρειας, Αντιόχειας και Ιερουσαλήμ», που εξέδωσε το 1901 ο Κάρολος Κρουμπάχερ, προσωποποιείται και λέει για τη θέση της, αλλά και για το Οικουμενικό Πατριαρχείο, που είχε την έδρα του σ’ αυτήν (στίχοι 39-42):
«Αλλά εγώ βασίλισσα ήμουν στεφανωμένη,
με την κορώνα κάθουμουν και τώρα ’ μαι θλιμμένη,
που βλέπω την αγιάν Σοφιάν –κ’ έχω κακήν καρδίαν-,
οπού’ τον το πατριαρχειόν κ’ είχε πολλήν αξίαν…».
«Η περιοχή», σημειώνει η Tamara Talbot Rice, «που αρχικά είχε περιληφθεί μέσα στα τείχη του Κωνσταντίνου (330) περιελάμβανε επτά λόφους. Η ομοιότητα αυτή με την παλιά Ρώμη δεν ήταν η μόνη. Η Πόλη μεγάλωνε με τις λεπτομέρειες του πολεοδομικού της σχεδίου: Οι κεντρικοί δρόμοι, για παράδειγμα, σε γενικές γραμμές, έπρεπε να προσαρμοσθούν, βέβαια, στο τριγωνικό πλαίσιο της χερσονήσου, όπου κτίσθηκε η Κωνσταντινούπολη, αλλά στις λεπτομέρειες αποτελούσαν, όσο επέτρεπε το έδαφος, μίμηση του ορθογωνίου συστήματος που είχε εφαρμοσθεί στη Ρώμη κατά τρόπο αξιοθαύμαστο. Όπως στην Όστια, κοντά στη Ρώμη, έτσι και στην Κωνσταντινούπολη τα πλουσιότερα σπίτια ήταν διώροφα και τα ονόματα των ιδιοκτητών τους ήταν σκαλισμένα στους τοίχους που έβλεπαν προς τον κεντρικό δρόμο… Από τον 5ο αιώνα εμφανίσθηκαν στην Κωνσταντινούπολη σπίτια πιο ψηλά» (Ο Δημόσιος και Ιδιωτικός βίος των Βυζαντινών, μτφρ. Φ.Κ.Βώρου, Αθήνα 1988, σσ. 191-192).
Στην πρωτεύουσα του Βυζαντινού Κράτους δεν επιτρεπόταν αυθαίρετη δόμηση. Τα σπίτια κτίζονταν με πολλή προσοχή και μεγάλη φροντίδα προς το περιβάλλον. Έτσι ήταν φυσικό να προκαλεί στους ξένους επισκέπτες της αισθήματα θαυμασμού. «Μέσα στα τείχη», γράφει ο Sir Steven Runciman, «υπήρχαν διάφορες πολυάνθρωπες πόλεις και χωριά που τα χώριζαν περιβόλια με οπωροφόρα δέντρα και κήπους… Σε αντίθεση με τους δρόμους που ήταν στενοί, υπήρχαν μεγάλα δημόσια πάρκα, που τα συντηρούσε με έξοδά του ο δήμος. Το Μέγα Παλάτιον και ο περίβολός του έπιαναν ολόκληρη τη νοτιοανατολική γωνία της Πόλης και τα διάφορα κτίρια που ήταν απλωμένα σε μια έκταση σχεδόν ενάμισυ χιλιομέτρου…» (Βυζαντινός Πολιτισμός, μτφρ. Δέσποινας Δετζώρτζη, Αθήνα 1989, σσ. 207-210).
Αλλά και η υπόλοιπη αχανής Αυτοκρατορία ήταν γεμάτη πράσινο, δάση, λουλούδια. Όχι μόνο στις ακατοίκητες περιοχές, αλλά και στις κατοικημένες. Ο Ζεράρ Βαλτέρ δίνει την παρακάτω περιγραφή ενός βυζαντινού χωριού:
«Το περιβάλλει μια ζώνη περιβολιών και αμπελιών. Χαντάκια ή πάσσαλοι που χρησιμοποιούνται για περίφραγμα, δείχνουν τα όρια των ατομικών κτημάτων. Στα περίχωρα εκτείνονται χωράφια καλλιεργημένα. Αν και δεν είναι περιφραγμένα, αποτελούν τμήματα ατομικών κτημάτων. Αντίθετα, το δάσος και οι βοσκότοποι αποτελούν κοινή ιδιοκτησία του χωριού» (Η Καθημερινή Ζωή στο Βυζάντιο στον αιώνα των Κομνηνών, μτφρ. Κ. Παναγιώτου, Αθήνα 1970, σελ. 141).

Βυζάντιο και φυσικό περιβάλλον: Προστασία περιβάλλοντος. – Ίδρυση Μονών.
Γενικά οι Βυζαντινοί διακρίνονταν για τη φυσιολατρία τους. «Αγαπούσαν πολύ τα ωραία τοπία. Οι ωραίοι κήποι του Διγενή Ακρίτα περιγράφονται με αληθινό οίστρο και τα μοναστήρια τους τα χτίζανε σε τοποθεσίες που δέσποζαν στις ωραιότερες θέσεις που μπορούσαν να βρουν» (Ράνσιμαν, όπ. παρ., σελ. 248).
Η ίδια η Κωνσταντινούπολη είχε θαυμάσια μοναστήρια που είχαν ανεγερθεί σε πανέμορφες τοποθεσίες, είχαν αυλές γεμάτες με λουλούδια και προσέλκυαν λογίους και μορφωμένους με τα καλλιγραφικά τους εργαστήρια, τα τυπογραφεία της εποχής εκείνης, όπου αντιγράφονταν τα διάφορα βιβλία, όχι μόνο τα εκκλησιαστικά αλλά και της θύραθεν γραμματείας και παιδείας. Λειτουργούσαν ακόμη στο πλαίσιο των μοναστηριών σημαντικά κοινωφελή ιδρύματα, μεταξύ των οποίων νοσοκομεία, γηροκομεία, ορφανοτροφεία, αλλά και ξενώνες, στους οποίους παρείχαν πλήρη φιλοξενία. Δεν υπήρχαν μόνο ανδρικά, αλλά και μεγάλα γυναικεία μοναστήρια, που για να διοικηθούν χωρίζονταν σε επιμέρους τμήματα. Για τα μοναστήρια της Κωνσταντινούπολης λέει ο θρήνος, που εξέδωσε ο Legrand (όπ. παρ., στίχοι 240-241):
«Που είν’ τα μοναστήρια σου, που είν’ οι καλογήροι,
παπάδες, ψάλτες, ιερείς και κοσμικοί ομού τε…».
Το πρώτο μοναστήρι της Κωνσταντινούπολης ήταν η Αγία Σοφία. Καθέδρα του Πατριαρχείου της Κωνσταντινουπόλεως, αναφέρεται στους θρήνους ως το «μέγα μοναστήρι». Αυτό δεν πρέπει να μας παραξενεύει, αφού πάντοτε είχε μοναστηριακή δομή η περί τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως αυλή με τους «εσωκατάκοιλους» αξιωματούχους της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Και σήμερα ακόμη, στο ιστορικό και μαρτυρικό Φανάρι, διατηρείται η ίδια αυτή μοναστηριακή ζωή, δομή.

Μια ιδέα για το που έκτιζαν οι Βυζαντινοί τα μοναστήρια τους, αλλά και για το πράσινο που τα περιέβαλε, μπορούμε να πάρουμε είτε στο Άγιον Όρος, είτε στα Μετέωρα. Η κηπουρική ήταν πάντοτε προσφιλής ενασχόληση των μοναχών. Έργο ειρηνικό, τους ήταν παράλληλα απαραίτητο για τη διατροφή τους. Ο Αγάπιος μοναχός ο Κρης συνέγραψε το περίφημο «Γεωπονικόν», βιβλίο χαρακτηριστικό των ενδιαφερόντων τους αυτών, που τυπώθηκε το 1850 στη Βενετία. Οι Βυζαντινοί έδειχναν ιδιαίτερη μέριμνα για το περιβάλλον, αγαπούσαν το πράσινο και γενικά σέβονταν τη Δημιουργία. Σ’ αυτό συνέβαλε βασικά η ορθόδοξη θεολογία για τη στάση του ανθρώπου απέναντι στην Κτίση. Ο καθηγητής Ιωάννης Γαλάνης σημειώνει στο έργο του «Η σχέση ανθρώπου και κτίσεως κατά την Καινήν Διαθήκην», Θεσσαλονίκη 1984, σελ.: 60): «Με την ενανθρώπηση, το πάθος και την ανάσταση του Χριστού η κατάσταση του κόσμου αλλάζει ριζικά. Άνθρωπος και κτίση τοποθετούνται σε μια νέα προοπτική και η αρχική σχέση Θεού-ανθρώπου-κτίσεως με τελική αναφορά το Θεό. Στην Καινή Διαθήκη η σχέση ανθρώπου και κτίσεως δεν μπορεί να εννοηθεί έξω από το γεγονός Χριστός, γι’ αυτό και πρέπει ν’ αντιμετωπίζεται μέσα στην καινούργια δυναμική κατάσταση, που δημιουργήθηκε με τον ερχομό του μέσα στην ιστορία, τον κόσμο και τον χρόνο. Μ’ αυτό τον τρόπο ο Θεός εκδήλωσε την αγάπη Του και την προαιώνιο θέλησή Του να οδηγηθεί ο άνθρωπος και γενικά ο κόσμος στη σωτηρία. Έτσι, με την ενσάρκωση ο κόσμος έρχεται σε άμεση επικοινωνία με το Θεό και αναδημιουργείται «εν Χριστώ». Ο άνθρωπος αναπλάθεται και αποκτά την ικανότητα να αξιολογήσει σωστά τη σχέση του με την κτίση, να κατανοήσει τον προορισμό του και να αναπτύξει το δρόμο προς τη σωτηρία. Η σχέση όμως ανθρώπου και κτίσεως με το Χριστό καθορίζεται κι από ένα άλλο σημαντικό γεγονός: τη συμμετοχή του Χριστού στο έργο της δημιουργίας. Είναι δηλαδή ο Χριστός ο μεσίτης της δημιουργίας. Αυτό σημαίνει ότι ο κόσμος δημιουργήθηκε δι’ αυτού αχρόνως και με την ενσάρκωση πάλι δι’ αυτού δημιουργείται εν χρόνω».

Η Βυζαντινή νομοθεσία για το περιβάλλον και το οικιστικό-αρχιτεκτονικό τοπίο.
Χρειάζεται να καταφύγουμε στη βυζαντινή νομοθεσία, για να δούμε πως οι Βυζαντινοί φρόντιζαν το περιβάλλον. Εκεί θα παρατηρήσουμε ότι είχαν λάβει ειδικά μέτρα για την προστασία του. Κάθε σπίτι έπρεπε να έχει θέα προς τη θάλασσα: «Εν ταύτη τη ευδαίμονι πόλει απόψει του γείτονος δώδεκα μόνους απαιτών πόδας μη αφαιρείσθαι εξευθείας οράν την θάλασσαν, εστώς εν τοις ιδίοις οίκοις ή καθήμενος εν αυτοίς. Και μη αναγνωριζόμενος παρατρέπειν εαυτόν εις πλάγιον εφ’ ω ιδείν θάλασσαν… Η επί θάλασσαν εντός εκατόν ποδών ούσα άποψις ου μόνον κατ’ ευθείαν, αλλά και εκ πλαγίου οφείλει είναι ακαινοτόμητος. Τούτο γαρ προστίθησιν ο παρών τύπος φυλάττων την Ζήνωνος διάταξιν και την νεαράν ερμηνεύων. Η ορατική δύναμις, πασών των αισθήσεων οξυτάτη ούσα, από πλείστου διαβήματος την ενέργειαν έχει, όθεν ου χρη απλώς ουδέ ως έτυχε περί ταύτης αποφαίνεσθαι, αλλ’ ενθέντας μέτρα τούτοις στοιχείν. Φασί μεν γαρ νόμους τρεις είναι απόψεως. Θαλάσσης, κήπων, γραφής δημοσίας…» (Κωνσταντίνου Αρμενοπούλου: Πρόχειρων Νόμων. Εξάβιβλιος, επιμέλεια Κωνσταντίνου Γ. Πιτσάκη, εκδ. «Δωδώνη», Αθήνα 1971, σσ. 127-128).
Ειδικά για τους κήπους η βυζαντινή νομοθεσία προέβλεπε (όπ. παρ., σελ. 128-129): «Και το των κήπων και των φυτών χωρίου από του ρηθέντος οράται διαστήματος και ου πάντως από τοσούτου χρη τους οικοδομείν εθέλοντας εμποδίζεσθαι. Αλλά δει τον από ταύτης της απόψεως λύοντα κωλύειν ουχ απλώς, ουδ’ ώς έτυχε, αλλ’ από ποδών πεντήκοντα».
Λεπτομερείς λοιπόν διατάξεις διασφάλιζαν τη θέα των σπιτιών και προστάτευαν τους πολίτες από τις αυθαίρετες οικοδομές και την αυθαίρετη δόμηση. Θέα θα έπρεπε να υπάρχει και προς το βουνό, δηλαδή τα δάση και το πράσινο: «Την επί τα όρη άποψιν ου δύναταί τις κωλύειν, ως είπεν ο Παπινιανός εν τω τρίτω βιβλίω των Κοιαιστιώνων εν τη τελευταία του τίτλου κοιαιστιώνι. Η δε διάταξις Ζήνωνος έχει ότι εάν εκατόν πόδας απέχη ο γείτων, ου κωλύεται βουλόμενος οικοδομείν διά το αφαιρείσθαι την άποψιν την επί θάλασσαν. Τούτο δε και επί όρους έλκειν δυνάμεθα επειδή τερπνή τις η θέα του όρους, ώσπερ της θαλάσσης, και από των όμοια τέμνειν δει. Και τούτο μεν πάντα υπομνήσεως ένεκα συνήκται» (όπ. παρ., σσ. 129-130).
Μια ακόμη διάταξη, είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστική, εκείνη που προνοεί περί «τοπίων ανέτων» (όπ. παρ., σελ. 130):
«…Ότε μέσου όντος στενωπού ή πλατείας οικοδομεί τις τον εαυτού οίκον, ει και πλέον έχει των δώδεκα ποδών το του στενωπού ή της πλατείας μέτρον, μη αφαιρέσθω το περιττόν και τω ιδίω οίκω προστιθέσθω. Ουδέ γαρ επί βλάβη του δημοσίου τους δώδεκα πόδας ώρισεν η διάταξις, αλλ’ ώστε μη στενότερον των δώδεκα ποδών είναι τον μεταξύ των οίκων αέρα. Ότε δε πλέον το ρύμης ευρεθή ή της πλατείας μέτρον, μηδέ εξ αυτού αφαιρείσθαι, αλλά τη πόλει σώζεσθαι τα οικεία».
Εκτενείς διατάξεις, εξάλλου, προέβλεπαν τα των φυτεύσεων όχι μόνο στα χωράφια, αλλά και στους κήπους των οικιών και των επαύλεων: (όπ. παρ., σελ. 130): «Η των φυτών καταφύτευσις μη αναλόγως τοις μεγέθεσι την απόστασιν από των οικιών έχουσα, ου τας τυχούσας ταις οικίαις επιφέρει βλάβας ριζοβολούντα γαρ τα φυτά ή και προς το μεγεθυνθήναι αρδευόμενα και εγγίζοντα τοις τοίχοις ή ταις οικίαις ή ταις θυρίσι και μάλιστα τοις ληνοίς ή τοις των κήπως ευρίποις, βλάπτει τα μέγιστα. Εκ θεμελίων γαρ τους τοίχους ωθεί, κλοπής δε αιτία γίνεται διά των θυρίδων, επισκιάζει δε τοις εκρίπτειν βουλομένοις ετέραν θέσιν, ρήξεις δε και εμπτώσεις εργάζεται τοις ληνοίς και τοις των κήπων ευρίποις, όθεν χρη τον θέλοντα καταφυτεύειν φυτά αφεστάναι της του γείτονος οικίας μέτρα ταύτα…».
Η αγάπη των Βυζαντινών για τη φύση και το πράσινο δεν είναι δυνατό να αμφισβητηθεί. Αντίθετα, πολλές άλλες μαρτυρίες πατερικές, αγιολογικές, μοναστικές, εικαστικές κ.λ.π. βεβαιώνουν ότι έδειχναν ξεχωριστό ενδιαφέρον γι΄αυτή και φρόντιζαν να πληθαίνουν το πράσινο και τα λουλούδια και όχι να το καταστρέφουν. «Το ενδιαφέρον που έδειχναν οι Βυζαντινοί για τους κήπους σημειώνει η Rice, αντικαθρεφτίζεται και στην τέχνη τους, όπου κυριαρχούν θέματα παρμένα από τον κόσμο των λουλουδιών. Το ίδιο πράγμα επιβεβαιώθηκε περίτρανα κατά τη διάρκεια των ανασκαφών που αποκάλυψαν μωσαϊκά-ψηφιδωτά στο Μεγάλο Παλάτιο, εκεί οι αρχαιολόγοι έκαναν μια σημαντική διαπίστωση. Στο κέντρο του δαπέδου υπήρχε χώρος χωρίς μωσαϊκό, μ’ ένα στρώμα πολύ λεπτό χώμα. Είναι φανερό πως το είχαν φέρει εκεί για να δημιουργήσουν ανθοκήπιο. Η αγάπη του αυτοκράτορα Θεοφίλου για την κηπουρική πιθανόν να προερχόταν από επίδραση ανατολική. Δημιούργησε έναν αξιοθαύμαστο κήπο ανάμεσα σ’ ένα γήπεδο παιχνιδιού κι ένα περίπτερο γνωστό με την ονομασία Τσυγκανιστήριον. Τον 11ο αι. ο Κωνσταντίνος Θ΄ βρήκε διασκεδαστικό να σκάψει μικρή λίμνη στο κέντρο ενός πάρκου με οπωροφόρα δένδρα. Τα χείλη της λίμνης ήταν σε επίπεδο χαμηλότερο από το γύρω έδαφος έτσι, που η λιμνούλα δεν ήταν ορατή από μακριά. Τα αποτελέσματα ήταν πως απρόσεκτοι διαρρήκτες, που έμπαιναν παράνομα στο πάρκο, για να κλέψουν τα φρούτα του, μπορούσαν να πέσουν μέσα στο νερό, και έπρεπε να κολυμπήσουν για να βγουν. Μικρά κανάλια υδροδοτούσαν τη λίμνη. Ο Κωνσταντίνος Θ΄ φρόντισε να ανεγείρει ένα μικρό, αλλά χαριτωμένο οίκημα εκεί κοντά στη λίμνη για λόγους αναψυχής. Ήταν ιδιαίτερη ευχαρίστησή του να κάθεται εκεί, όταν επισκεπτόταν το πάρκο. Σε μια άλλη περίπτωση αποφάσισε να μετατρέψει έναν αγρό σε κήπο. Έδωσε εντολή να φυτέψουν εκεί πολλά οπωροφόρα δένδρα, αφού καθαρίσουν το έδαφος από τα αγριόχορτα και κάθε μη χρήσιμο υλικό» (Tamara Talbot Rice, όπ. παρ., σσ. 204-205).

«Παρίσι του Μεσαίωνα»
«Παρίσι του Μεσαίωνα» έχουν χαρακτηρίσει την Κωνσταντινούπολη για την κομψότητα των κτιρίων, τη μεγαλοπρέπεια των μνημείων και την ομορφιά της. Όπως έχει γράψει ο Κάρολος Diehl: «Η Κωνσταντινούπολις διά του πλούτου, διά της ωραιότητος των Μεγάρων αυτής, διά της πολυτέλειας των παλατιών, διά των αγίων λειψάνων των εκκλησιών αυτής διήγειρε τον θαυμασμόν όλου του κόσμου, πάντες δε όσοι επεσκέπτοντο αυτήν, απήρχοντο εκείθεν καταγοητευμένοι…Η βυζαντινή πρωτεύουσα κατά τινα ευφυά έκφρασιν ήτο οι Παρίσιοι του Μεσαίωνος» (Charles Diehl, Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους, μτφρ. Εμμ. Γ. Καψαμπέλη, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», 1923, σελ. 188).
Σ’ ένα τμήμα του στιχουργήματος «Ετέρα ιστορία των κατά την Ουγγροβλαχίαν τελεσθέντων, αρξαμένη από Σερμπάνου βοηβόνδα μέχρι Γαβριήλ βοηβόνδα, του ενεστώτος δουκός, ποιηθείσα παρά του εν αρχιερεύσι πανιερωτάτου Μητροπολίτου Μυρέων κυρού Ματθαίου του εκ Πωγωνιανής, και αφιερωθείσα τω ενδοξότατω άρχοντι κυρίω Ιωάννη τω Κατριτζή», που εξέδωσε ο Αιμίλιος Legrand στο β΄ τόμο της “Bibliotheque Grecque vulgaire”, β΄ τόμος, Παρίσι 1880, και συγκεριμένα στους στίχους 2401-2417 και 2425-2438, περιγράφεται η ζωή πριν την Άλωση στη Βασιλεύουσα με αξιόλογες-γραφικές λεπτομέρειες και πολλή ενάργεια:
«…Που είν’ η δόξα η πολλή κ’ η χάρις η μεγάλη,
το κάλλος, η ευπρέπεια οπού’χες αναθάλει;
Που και τα θεία λείψανα πολλών σοφών αγίων,
οπού εζήσαν επί γης αγγελικόν τον βίον,
κ’ έλαμψαν ως ο ήλιος διά κατορθωμάτων
και εναρέτων πράξεων και των λαμπρών θαυμάτων;
Που είν’ τα πανηγύρια, που είν’ οι παρρησίες
εκείνες όπ’ εγίνονταν μέσα στες εκκλησίες;
Που είν’ η ευσέβεια και η δοξολογία,
και των συνόδων των επτά η πίστις η αγία;
Αλλοίμονον, Επτάλοφο, και πως εκαταστάθης,
τώρα σ’ ετούτον τον καιρόν τόσα κακά να πάθης.
Εσένα σε ευλόγησαν οι άγιοι πατέρες
και τώρα πώς εξέπεσες κ’ έχεις κακές ημέρες;
Έπαυσαν οι παράκλησες και οι δοξολογίες
εκείνες όπ’ εγίνονταν με προσευχές αγίες.
Πού είν’ ο περιβόητος ναός ο της Σοφίας,
εκείνος ο υπέρλαμπρος και πλήρης ευλογίας…
Που της Βλαχέρνας ο ναός, η βρύσις των θαυμάτων,
Εξ ου απολαμβάνομεν πηγήν των ιαμάτων;
Ναόν του Παντοκράτορος τον περιφουμισμένον
Τώρα τον βλέπω έρημον διά το όνομά σου!
Που είν’ τα σπουδαστήρια κ’ η γνώσις των γραμμάτων,
Και της σοφίας η πηγή, βάθος των νοημάτων;
Που είν’ οι σχολαστικοί με την πολλήν σοφίαν,
αυτοί όπ’ εστερέωσαν την πίστιν την αγίαν,
οπώτρεχαν σαν ποταμοί, σαν βρύσες αναβρούσαν,
όλα τ’ άστρα τ’ ουρανού με γνώσιν εμετρούσαν;
Που είν’ τα τόσα αγαθά που ήσουν στολισμένη,
ωσάν αυτόν τον ουρανόν ήσουν ζωγραφισμένη;»

Οι διάφοροι ποιητές θρηνωδοί, ιστοριογράφοι και άλλοι συγγραφείς την αποκαλούν «λαμπράν», «χρυσήν», «ένδοξον» και σε όλους αυτούς τους χαρακτηρισμούς αντικατοπτρίζεται το κάλλος της, υλικό και το πνευματικό, οι θησαυροί, τα κειμήλια, η ιστορία, οι μεγάλες ώρες κ’ η δόξα που γνώρισε, τα αξιοθαύμαστα μνημεία, τα παλάτια, οι ναοί, τα μοναστήρια, οι βιβλιοθήκες, τα δικαστήρια, οι κήποι, όλα αυτά που ο Στήβεν Ράνσιμαν περιγράφει συναρπαστικά στο έργο του «Βυζαντινός Πολιτισμός» (όπ. παρ., σσ. 207-208): «Ο ταξιδιώτης που ερχόταν από τη θάλασσα, από το νότο ή από τη δύση, καθώς πλησίαζε την πόλη, έβλεπε στο δεξί του χέρι τους θόλους και τις σκεπασμένες με κεραμίδια στοές του Μεγάλου Παλατίου, την Αγία Σοφία να υψώνεται από πίσω και κήπους να απλώνονται ως κάτω στο Βόσπορο. Ύστερα έβλεπε τον πελώριο κυρτό τοίχο, που ακόμα και σήμερα υποστηρίζει το νότιο άκρο του Ιπποδρόμου, να υψώνεται πάνω από το κομψό λιμάνι του παλατιού, την εκκλησία των Αγίων Σεργίου και Βάκχου και πιο χαμηλά μια συνοικία με παλάτια μικρότερα. Στα αριστερά το θαλάσσιο τείχος, με τους αραιούς πύργους του, ήταν κατά διαστήματα κομμένο, και στα σημεία αυτά υπήρχαν μικρά τεχνητά λιμάνια για τα πλοία που δεν ήθελαν να κάμουν το γύρο ως τον Κεράτιο Κόλπο. Γύρω από τα λιμάνια αυτά ήταν ένα πλήθος σπίτια πυκνοχτισμένα. Από πίσω, κυρίως στην κοιλάδα του μικρού ποταμού Λύκου, υπήρχαν περιβόλια με οπωροφόρα δέντρα, ακόμη και χωράφια με σιτάρι, στην κορυφή όμως του λόφου δέσποζε η εκκλησία των Αγίων Αποστόλων και άλλα μεγάλα κτίρια. Λίγο αριστερότερα το τοπίο γινόταν πιο ομαλό. Στην όχθη βρισκόταν η πολυάνθρωπη συνοικία του Στουδίου με το ξακουστό μοναστήρι της. Από πίσω έβλεπε κανείς το επάνω μέρος των χερσαίων τειχών, καθώς κατέβαιναν προς τη θάλασσα. Κι έξω όμως από τα τείχη τα σπίτια των προαστίων ήταν πυκνά σε μια απόσταση τριών περίπου χιλιομέτρων κατά μήκος της ακτής. Από την πλευρά του Κερατίου Κόλπου, η όψη της Πόλης ήταν τελείως διαφορετική. Εκεί, εμπρός από τα τείχη, έβλεπε κανείς μια ακτή που, με την πάροδο των αιώνων, συνεχώς μεγάλωνε, γεμάτη προβλήτες, αποθήκες και αποβάθρες, όπου ήταν αγκυροβολημένα τα εμπορικά πλοία, και λίγο πιο πέρα έβλεπε κανείς και σπίτια χτισμένα μέσα στο νερό επάνω σε πασάλους. Από πίσω ένα πλήθος πύλες έβγαζαν στις εμπορικές συνοικίες. Εκεί δεν έβλεπε κανείς πολλή πρασινάδα. Οι πιο απότομες πλαγιές, που ανέβαιναν στην κεντρική κορυφή, ήταν γεμάτες σπίτια, εκτός από τη συνοικία του φρουρίου στην ανατολική άκρη και την ακόμη μεγαλύτερη περιοχή των Βλαχερνών, στο ακρότατο δυτικό σημείο, όπου ένα αυτοκρατορικό παλάτι και μια πολύ ιερή εκκλησία έδιναν σε όλη τη συνοικία έναν τόνο αρχοντιάς. Στο ενδιάμεσο βρισκόταν το κέντρο της εμπορικής δραστηριότητας της Πόλης».

Προφορικότητα-προφορικός πολιτισμός και διαπλοκή τους με τα αγιολογικά κείμενα της πρώιμης και της μέσης βυζαντινής περιόδου.
Επιπροσθέτως, μέσα από τη μελέτη των Βυζαντινών Συναξαρίων, των Βίων των αγίων και άλλων συναφών κειμένων, μπορεί να καταδειχθεί η διαπλοκή της προφορικότητας (λαϊκών αφηγήσεων και παραμυθιών) με τα γραπτά αγιολογικά κείμενα της πρώιμης και μέσης βυζαντινής περιόδου, μέσω της ανάλυσης και κωδικοποίησης των μοντέλων δράσης των παραμυθικών ηρώων ( A. J. Greimas, Structural Semantics. An Attempt at a Method. Translated by McDowell, R. Schleifer and A. Velie, University of Nebraska Press, Lincoln and London, 1983, pp. 197-211) και της αντίστοιχης ανάλυσης του τρόπου δράσης των αγίων-ηρώων των βίων και των Συναξαρίων (αγιολογικών κειμένων). Εκεί, υπάρχει, κατά τη γνώμη μου, η δυνατότητα να προκύψουν πρωτότυποι και ενδιαφέροντες παραλληλισμοί, οι οποίοι θα φανερώσουν, σε πολλαπλά επίπεδα ιδεολογίας και κουλτούρας, (εν γένει πολιτισμού), τις «συνέχειες» που υφίστανται ανάμεσα στον προφορικό-λαϊκό πολιτισμό και στον γραπτό- «λόγιο» πολιτισμό.
Το γεγονός ότι από την αρχαία Ελλάδα δεν μας έχει διασωθεί κανένα γνήσιο παραμύθι ούτε λαϊκή παράδοση, οδήγησε πριν από αρκετά χρόνια στη διατύπωση της θεωρίας, πως ο αρχαίος ελληνικός λαός ήταν από τους λίγους εκείνους λαούς, ίσως και ο μόνος, που μέσα στον κόσμο του δεν είχε παραμύθια. Είναι αλήθεια πως η γραπτή παράδοση των Ελλήνων απέφυγε να δώσει την προσήκουσα σημασία στη λαϊκή δημιουργία και φαίνεται παράλληλα να μην ενδιαφέρθηκε και πάρα πολύ να τη διασώσει. Στην παραπάνω όμως ασταθή θεωρία της παντελούς έλλειψης παραμυθιών, αντιτίθεται η άφθονη παρουσία παραμυθικών και λογοποιητικών θεμάτων στις ηρωικές παραδόσεις, γεγονός που αποτελεί αδιαφιλονίκητη απόδειξη, ότι οι αρχαίοι Έλληνες και παραμύθια είχαν και λογοποιίες, οι οποίες μεταβιβάστηκαν στους βυζαντινούς μέσω των μαρτυρολογίων, συναξαρίων και των βίων των αγίων της πρώιμης, μέσης και ύστερης βυζαντινής περιόδου διέθεταν.
Πολλές προφορικές λαϊκές διηγήσεις και παραμύθια, στα βασικά τους στοιχεία δομής και περιεχομένου, ιχνηλατούνται στα αγιολογικά κείμενα ως πλέγμα, ιστός και καμβάς του ξετυλίγματος της υπόθεσης-ιστορίας του βίου ενός αγίου. Αυτή η διάσταση προκύπτει απ’ τη μελέτη των αγιολογικών κειμένων της πρώιμης βυζαντινής περιόδου σε σχέση με την ελληνική αρχαιότητα και κυρίως σε σχέση με τους αρχαίους ελληνικούς μύθους. Αυτού του είδους η οπτική γωνία καθορίζει και το θέμα μελέτης: ο κεντρικός άξονας γύρω απ’ τον οποίο επικεντρώνεται η ανάλυση είναι ακριβώς η προφορικότητα, λαϊκότητα και παραμυθιακότητα των αγιολογικών κειμένων που, είτε γράφτηκαν είτε αναφέρονται στην πρωτοχριστιανική- πρωτοβυζαντινή και μέση βυζαντινή περίοδο (2ος-10ος αι. μ. Χ.), και τα οποία παρουσιάζουν κοινά σημεία αναφοράς με πανάρχαιους κι αρχαίους μύθους.
Άλλωστε, το μεγαλείο της κλασσικής ηθικής, κατά τον Έρασμο είναι, ήταν και θα εξακολουθεί να είναι τεράστιο: «Ασφαλώς κανείς δεν μπορεί να ονομάσει κοσμικό κάτι που τρέφει την ευσέβεια και οδηγεί στην τελειοποίηση της ψυχής. Γι’ αυτή τη βελτίωση η πρώτη θέση ανήκει δικαιωματικά στην Αγία Γραφή. Κι όμως πολλές φορές μου συμβαίνει να ανακαλύπτω λόγους αρχαίων συγγραφέων…των οποίων η καθαρότητα, η αγιότητα και, θα μπορούσα να πω, η θεία προέλευση, μου δημιουργούν τέτοια εντύπωση, ώστε δεν μπορώ να μην πιστέψω ότι το χέρι τους είχε σαν οδηγό το Θεό. Άλλωστε το πνεύμα του Χριστού βρίσκεται στα αρχαία κείμενα περισσότερο απ’ ό,τι μπορούμε να φανταστούμε». (Εράσμου-Συνομιλίες).

Η χριστιανική θρησκεία προήλθε από την Παλαιστίνη. Αλλά γρήγορα δέχτηκε την ελληνιστική επίδραση και με την εργασία των χριστιανών διανοητών της Αλεξάνδρειας -του Κλήμεντος και του Ωριγένη- ο χριστιανισμός απέκτησε τα πολιτικά και πολιτιστικά του δικαιώματα στον ελληνικό κόσμο.
Ίσως, ο παράγοντας της πολιτισμικής βυζαντινής ταυτότητας που αξίζει να καταλάβει την πρώτη θέση είναι η πεποίθηση ότι η αυτοκρατορία ήταν δημιούργημα θελήσεως του Θεού και ότι προστατεύονταν απ’ Αυτόν και τον Υιόν του. Είναι αυτή η πεποίθηση, η οποία σε μεγάλο βαθμό εξηγεί την εμμονή στην παράδοση, τον υπερβολικό συντηρητισμό στο Βυζάντιο. Το καθεστώς, που καθιερώθηκε απ’ τον Κωνσταντίνο, συνεχίστηκε απ’ τους διαδόχους του, φτάνει στην εποχή των εικονοκλαστών δέχτηκε την αμφισβήτηση της αυτοκρατορικής αυθεντίας, που εγέρθηκε απ’ τους μοναχούς, οι οποίοι ζητούσαν μεγαλύτερη ελευθερία για την Εκκλησία. Ωστόσο η αμφισβήτηση αυτή στάθηκε ανώφελη.
Στη συνταγματική θεωρία της αυτοκρατορίας δεν αναγνωρίζονταν κληρονομικά δικαιώματα επί του θρόνου, αν και κατά καιρούς συγγενικά συναισθήματα μπορούσαν να έχουν μεγάλη επίδραση. Όταν κατά τη μακεδονική δυναστεία αυτό το συναίσθημα έφερε στο θρόνο ένα αφοσιωμένο στη μελέτη αυτοκράτορα, ένας συνεργάτης του εκτελούσε εκείνα τα στρατιωτικά καθήκοντα, που αποτελούσαν μέρος του αυτοκρατορικού φορτίου. Αυτό το μεγάλο βάρος των υποχρεώσεων, που επιβάλλονταν στον αρχηγό -η υπευθυνότητα για την υλική και πνευματική ευτυχία των υπηκόων του- διαμόρφωσε το βυζαντινό αυτοκρατορικό ιδεώδες και αυτό το ιδεώδες κατευθύνει αναγκαστικά τον κυρίαρχο ηγεμόνα: Μπορεί να τον κάνει άλλο άνθρωπο.
Εξαιρετικά δαπανηρή, υπερβολικά συντηρητική στις μεθόδους της, συχνά διεφθαρμένη, παρ’ όλα αυτά, η αυτοκρατορική διοικητική μηχανή ήταν, φαίνεται, ικανή: συνέχιζε να λειτουργεί με τη δική της συσσωρευτική ορμή κινήσεως που απέκτησε.
Στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, οι κατά Χριστόν «μωροί» -εκείνοι που υπέφεραν την περιφρόνηση του κόσμου εμφανιζόμενοι στο κοινό ως ανόητοι, για να πάρουν επάνω τους μέρος από το φορτίο της ταπεινώσεως, που είχε οδηγήσει τον Κύριό τους στο Σταυρό- και αυτοί επίσης είχαν τα ρητά τους, που δικαίωναν τον τρόπο ζωής τους: «το μωρόν του Θεού σοφώτερον των ανθρώπων εστί», «η σοφία του κόσμου τούτου μωρία παρά τω Θεώ εστί».
Στο σημείο αυτό είναι υποχρεωμένος κανείς να ρωτήσει: Πώς ζούσαν οι Βυζαντινοί; Ήταν η ερώτηση, στην οποία ο R.Byron ζήτησε να απαντήσει στο νεανικό του έργο «Το Βυζαντινό Επίτευγμα». Ένα κεφάλαιό του το τιτλοφόρησε «Η χαρούμενη ζωή». Αυτό είναι μια σοβαρή παραποίηση. Όσο περισσότερο κανείς μελετά τη ζωή του Βυζαντίου, τόσο κατανοεί το βάρος των φροντίδων, που το τυραννούσαν. Ο φόβος, που προκαλούσε ο άτεγκτος φοροεισπράκτορας, ο τρόμος, από την αυθαίρετη τυραννία του αρχηγού του κράτους, η αδυναμία του χωρικού, μπροστά στην άπληστη επιθυμία του δυνατού για αρπαγή της γης, η επαναλαμβανόμενη απειλή βαρβαρικής εισβολής καθιστούσαν τη ζωή μια επικίνδυνη υπόθεση. Και εναντίον των κινδύνων που την απειλούσαν, μόνο υπερφυσική βοήθεια -η βοήθεια του αγίου, του μάγου ή του αστρολόγου- μπορούσε να την σώσει. Και είναι τιμή του που ο βυζαντινός κόσμος έκανε συνείδησή του τη φιλανθρωπία και ζήτησε να ελαφρώσει τα βάρη της ζωής, θεμελιώνοντας νοσοκομεία για τους ασθενείς, τους λεπρούς και τους αδύνατους, κτίζοντας ξενοδοχεία για τους οδοιπόρους και τους ξένους, γηροκομεία για τους γέρους, οίκους μητρότητας για τις γυναίκες, καταφύγια για τα εγκαταλελειμμένα παιδιά και τους πτωχούς, ιδρύματα με γενναιοδωρία ενισχυόμενα οικονομικώς από τους ιδρυτές τους, οι οποίοι με γραπτούς κανονισμούς ρύθμιζαν με λεπτομέρειες τις κατευθύνσεις διοικήσεως αυτών των φιλανθρωπικών ιδρυμάτων. Πρέπει κανείς να στραφεί προς τη ζωή των αγίων και όχι προς τους αυλικούς ιστορικούς, αν θα ήθελε να περιγράψει τις συνθήκες ζωής του Βυζαντίου. Και επειδή η ζωή ήταν ανασφαλής και επικίνδυνη, εύκολα αναπτύσσονταν καχυποψίες και εκρήξεις βίας και η σκληρότητα ήταν η φυσική συνέπεια. Η Ευρώπη του αιώνα μας θα έπρεπε να κάνει ευκολότερη την κατανόηση των βασάνων του βυζαντινού κόσμου. Δεν θα αντιληφθούμε ποτέ σ’ όλη την έκταση το μέγεθος των αυτοκρατορικών επιτευγμάτων, αν δεν έχουμε μάθει σε ορισμένο βαθμό την τιμή, με την οποία αυτά τα επιτεύγματα πραγματοποιούνταν.

Ενδεικτική βιβλιογραφία:

Μελέτες για την Ιστορία του Βυζαντίου απ’ την Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογο-ιστορικό (κάτοχο Μεταπτυχιακού Διπλώματος Βυζαντινής Ιστορίας απ’ το Α.Π.Θ.)
Μ. Πιτσάκου 21
42100 Τρίκαλα
τηλ.:-Fax: 2431071402
E-mail: ailiadi@sch.gr

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ της Αμαλίας Κ. Ηλιάδη
Γεννήθηκα στα Τρίκαλα Θεσσαλίας το 1967. Σπούδασα στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσ/νίκης Ιστορία-Αρχαιολογία με ειδίκευση στην Ιστορία. Πήρα Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας απ’ τη Φιλοσοφική Σχολή του ιδίου Πανεπιστημίου και από το 1992 διδάσκω στη Μέση Εκπαίδευση ως Φιλόλογος. Έχω συγγράψει βιβλία ιστορικού, λογοτεχνικού και παιδαγωγικού περιεχομένου. Παράλληλα, ασχολούμαι ερασιτεχνικά με τη ζωγραφική και την ποίηση.

1) Νεότερες απόψεις για την εσωτερική ιστορία του Βυζαντίου κατά τον 7ο αιώνα. Αυτοέκδοση. Τρίκαλα 2006. ISBN 960-92360-4-9. (Σελ. 268).

Στη μελέτη αυτή η ιστορικός Αμαλία Κ. Ηλιάδη αποδύεται σε μια προσπάθεια προσέγγισης του 7ου βυζαντινού αιώνα απ’ την άποψη της εσωτερικής ιστορίας του Βυζαντίου και εξετάζονται οι αντίστοιχοι τομείς της: κοινωνία, οικονομία, στρατιωτική οργάνωση, πνευματική ανάπτυξη κ.λ.π. Αρχικά γίνεται ανασκόπηση των παλαιοτέρων απόψεων για τον 7ο αιώνα. Στη συνέχεια παρουσιάζονται οι νεότερες απόψεις για την εσωτερική ιστορία του Βυζαντίου. Το βάρος αυτής της παρουσίασης δίνεται κυρίως στα δημοσιεύματα της Αγγλικής και Γαλλικής Σχολής, που εμφανίστηκαν κατά την τελευταία εικοσιπενταετία, καθώς βέβαια και στις νεότερες απόψεις των Ελλήνων Βυζαντινολόγων.
2) Οι Βίοι των Αγίων της Βυζαντινής περιόδου ως ιστορικές πηγές. (Σημειώσεις και παρατηρήσεις για τα Βυζαντινά αγιολογικά κείμενα της Μέσης περιόδου: 7ος -10ος αιώνας). Αυτοέκδοση. Τρίκαλα 2006. ISBN 960-92360-5-7. (σελ. 468)

Η σπουδαιότητα της αγιολογίας ως επιστήμης είναι πολύπλευρη, γιατί πέρα απ’ τη μελέτη του γραμματειακού είδους των βίων των αγίων, οι άγιοι συνδέθηκαν με τα ποικίλα, κοινωνικά, πνευματικά και θρησκευτικά προβλήματα του καιρού τους, γι’ αυτό και η σχετική γραμματεία προσφέρει ανεξάντλητο πλούτο ιστορικών πληροφοριών για τον δημόσιο και τον ιδιωτικό βίο της εποχής τους.
Προϋπόθεση της εσωτερικής δόμησης και σύνθεσης της μελέτης μου αυτής αποτελούν τα παρακάτω κριτήρια κατηγοριοποίησης των αγίων, τα οποία διατρέχουν το βασικό κορμό της και διαπλέκουν τα εσωτερικά της «νήματα»:
1. Κατηγοριοποίηση αγίων, ανάλογα με την κοινωνική τους θέση, ηλικία, φύλο, καταγωγή, εποχή, τρόπο άσκησης (αυστηρή-λιγότερο αυστηρή και άλλα κριτήρια, όπως κοινοβίτες, κελλίτες, απομονωμένοι ασκητές κ.τ.λ.).
2. Κατηγοριοποίηση αγίων, ανάλογα με την εμβέλεια της επίδρασής τους στην τοπική-περιορισμένη κοινωνία ή την αγιοποίησή τους εκ των άνω, απ’ τα ανώτερα στρώματα της πρωτεύουσας (αυλικοί, αξιωματούχοι, αυτοκράτορες, κ.τ.λ.).
3. Κατηγοριοποίηση αγίων, ανάλογα με την εύρεση στο κείμενο (πρωτότυπο) του βίου τους κοινών αγιολογικών τόπων (συχνότητα και ποσότητα αγιολογικών τόπων που συναντώνται σε κάθε εποχή).
4. Θεματικά κέντρα βίων (ποιότητα και είδος ιστορικών πληροφοριών για αγροτική ζωή, κοινωνία, οικονομία, εμπόριο, αρχαιότητα, στάσεις, αντιλήψεις, νοοτροπίες).
5. Γυναίκα και αγιότητα (κοινά με τους άνδρες αγίους).
6. Άγιοι και εξουσία.
7. Άγιοι και καθεστηκυία εκκλησία (επίσκοποι, ιερείς, μητροπολίτες, κ.τ.λ.).
8. Φαινόμενα κοινωνικής «παθογένειας» και κοινωνικών προβλημάτων στους βίους (φτώχεια, ανέχεια, ζητιανιά).
9. Ακραία αγιότητα: Σαλοί, δενδρίτες, κιονίτες, «παράξενοι» αναχωρητές και στάση της εκκλησία απέναντί τους.
10. Συναγωνισμός εκκλησίας και αγίων για τον «προσεταιρισμό» του λαού-ποιμνίου.

3) Σημειώσεις και παρατηρήσεις στην ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας απ’ τον 11ο ως τον 15ο αι. Τα αγιολογικά κείμενα της περιόδου. (Συμβολή στη μελέτη των βίων των αγίων ως ιστορικών πηγών). Αυτοέκδοση. Τρίκαλα 2006. ISBN 960-92360-6-5. (Σελ. 361).

Η σπουδαιότητα της αγιολογίας ως επιστήμης είναι πολύπλευρη, γιατί πέρα απ’ τη μελέτη του γραμματειακού είδους των βίων των αγίων, οι άγιοι συνδέθηκαν με τα ποικίλα, κοινωνικά, πνευματικά και θρησκευτικά προβλήματα του καιρού τους, γι’ αυτό και η σχετική γραμματεία προσφέρει ανεξάντλητο πλούτο ιστορικών πληροφοριών για τον δημόσιο και τον ιδιωτικό βίο της εποχής τους. Οι Βίοι των Αγίων ως ιστορικές πηγές, μας αποκαλύπτουν έναν εξαιρετικά μεγάλο πλούτο παντοειδών πληροφοριών ως προς τα ιστορικά γεγονότα (πολιτικά, στρατιωτικά, κοινωνικά), ως προς τις αντιλήψεις, στάσεις, αξίες της κοινωνίας της υπό μελέτην περιόδου (Υστεροβυζαντινής), ως προς την κουλτούρα (πνευματική καλλιέργεια) των συγγραφέων τους και του αναγνωστικού τους κοινού και, βέβαια, ως προς την, εν γένει, κοινωνική και οικονομική κατάσταση του βυζαντινού κράτους κατά την ύστερη περίοδο της ζωής του. (11ος-15ος αι.).

Advertisements

~ από emy67 στο Ιανουαρίου 15, 2010.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: