«Η τέχνη της ανάγνωσης ως απόλαυσης για παιδιά και ενηλίκους και το μέλλον της στη σύγχρονη, τεχνολογικά προηγμένη κοινωνία»

«Η τέχνη της ανάγνωσης ως απόλαυσης για παιδιά και ενηλίκους και το μέλλον της στη σύγχρονη, τεχνολογικά προηγμένη κοινωνία»
Της Αμαλίας Κ. Ηλιάδη, φιλολόγου-ιστορικού, Υπεύθυνης Σχολικής Βιβλιοθήκης 2ου Ε.Π.Α.Λ. Τρικάλων ailiadi@sch.gr
http://users.sch.gr/ailiadi , http://blogs.sch.gr/ailiadi, http://www.matia.gr
” Η ανάγνωση είναι μια τέχνη της απόλαυσης και ως τέχνη ασκείται από τους μυημένους. Αυτοί, οι αληθινοί αναγνώστες, είναι οι τελευταίοι μιας φυλής που σήμερα απειλείται με εξαφάνιση. Γιατί ποιος είναι πρόθυμος στις μέρες μας να εντρυφήσει στα μυστικά μιας σχεδόν λησμονημένης τέχνης;”
Από τη συλλογή δοκιμίων του Σωτήρη Τριβιζά
Το Πνεύμα του Λόγου,Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2000
Όταν ένα παιδί γεννιέται σε μια εγγράμματη κοινωνία και ζει περικυκλωμένο από χιλιάδες γραπτά μηνύματα, ξεφυλλίζει βιβλία και περιοδικά, παρατηρεί συσκευασίες προϊόντων, βλέπει διαφημίσεις και ακούει ιστορίες, αποκτά φυσικά και αβίαστα πολύτιμες αναγνωστικές γνώσεις και εμπειρίες. Αρκεί να υπάρχει πάντα κοντά του ο έμπειρος ενήλικος, που θα το βοηθήσει να ξεκλειδώσει τα μυστικά του γραπτού λόγου. Αρχικά οι γονείς, στη συνέχεια οι νηπιαγωγοί και λίγο αργότερα οι δάσκαλοι θα συντροφεύσουν το μικρό παιδί σε ένα ταξίδι χωρίς τέλος, που αρχίζει με τη γέννηση και οδηγεί στη χαρά, την απόλαυση και, εν τέλει, στην τέχνη της ανάγνωσης. Βέβαια, για να μάθει το παιδί να διαβάζει χρειάζεται προηγουμένως να αναπτύξει πλειάδα ικανοτήτων, όπως:
• να μάθει να χρησιμοποιεί τη γλώσσα στη συζήτηση με σχετική επάρκεια
να ακούει ιστορίες, να ανταποκρίνεται στα ερεθίσματά τους και να απαντά σε ερωτήσεις που σχετίζονται με τις ιστορίες που του διαβάζουν
να αναγνωρίζει και να ονομάζει μετά από τους απαραίτητους νοητικούς συσχετισμούς και συνειρμούς τα γράμματα της αλφαβήτου
να προσέχει τους ήχους της ομιλούμενης γλώσσας
να συνδέει τους ήχους της γλώσσας με τα γράμματα για να «ανακαλύψει» τον «κώδικα» της ανάγνωσης.
να διαβάζει συχνά, ώστε να αναγνωρίζει τις λέξεις εύκολα κι αυτόματα και παράλληλα να μάθει και ν’ αρχίσει να χρησιμοποιεί νέες λέξεις, εμπλουτίζοντας έτσι το λεξιλόγιό του
να κατανοεί αυτό το οποίο διαβάζει.
Ως Παγκόσμια Ημέρα Παιδικού Βιβλίου έχει καθιερωθεί η 2η Απριλίου, που είναι η ημέρα γέννησης του μεγάλου Δανού παραμυθά Χανς Κρίστιαν Άντερσεν (1805-1875).
Σύμφωνα με το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου (ΕΚΕΒΙ) η ημέρα αυτή συμβολίζει το δικαίωμα κάθε παιδιού να ανακαλύψει τη χαρά της ανάγνωσης.
Την Παγκόσμια Ημέρα Παιδικού και Εφηβικού Βιβλίου καθιέρωσε η Διεθνής Οργάνωση Βιβλίων για τη Νεότητα (Ιnternational Board on Books for Young People – ΙΒΒΥ) το 1966. Από τότε, κάθε χρόνο, ένα διαφορετικό εθνικό τμήμα της οργάνωσης αυτής ετοιμάζει ένα μήνυμα και μια αφίσα, που διανέμονται σε όλο τον κόσμο, με σκοπό να τονίσουν την αξία των βιβλίων και της ανάγνωσης, και να ενθαρρύνουν τη διεθνή συνεργασία για την ανάπτυξη και τη διάδοση της παιδικής λογοτεχνίας.

Ένα εξαιρετικό βιβλίο που μελετά, αναλύει, εξιχνιάζει και τέλος αποκωδικοποιεί την τέχνη της ανάγνωσης είναι το «Ο Προυστ και το καλαμάρι. Πως ο εγκέφαλος έμαθε να διαβάζει». Σύμφωνα με τη συγγραφέα του, ο άνθρωπος δεν είναι απόλυτα και γενετικά σχεδιασμένος να διαβάζει και να γράφει. Όταν ένα παιδί μαθαίνει ανάγνωση, ο εγκέφαλός του αναδιαρθρώνεται και δημιουργεί συγκεκριμένες νευρωνικές συνδέσεις προκειμένου να μπορεί να κατανοεί γραπτά σύμβολα. Όπως εξηγεί σ’ αυτό το συγκλονιστικό βιβλίο η Maryanne Wolf, διάσημη γνωσιακή νευροεπιστήμονας και ερευνήτρια, η ανακάλυψη της γραφής πριν από μερικές χιλιάδες χρόνια οδήγησε στη διανοητική εξέλιξη του ανθρώπινου είδους. Η συγγραφέας υποστηρίζει ακόμη ότι ο εγκέφαλος που διάβαζε τα σφηνοειδή εικονογράμματα των Σουμερίων ήταν διαμορφωμένος διαφορετικά από τον εγκέφαλο που διαβάζει κάποιο αλφαβητικό σύστημα ή τον εγκέφαλο που μπορεί και αντλεί πληροφορίες από τα σημερινά τεχνολογικά μέσα. Με τον ίδιο τρόπο που η υιοθέτηση της γραφής περιόρισε την ανάγκη για μνήμη, η διάχυση των πληροφοριών και οι ιδιαίτερες απαιτήσεις που θέτει ο ψηφιακός πολιτισμός είναι δυνατόν να έχουν επιπτώσεις στον τρόπο που θα σκέφτεται ο άνθρωπος στο μέλλον.
Αντλώντας από τις αστείρευτες γνώσεις της στη νευροεπιστήμη, στην ψυχολογία, στη λογοτεχνία και στη γλωσσολογία, η Wolf ταξιδεύει τον αναγνώστη από το μυαλό ενός βρέφους που ακούει ένα νανούρισμα μέχρι το μυαλό του έμπειρου αναγνώστη που διαβάζει με ευχέρεια Προυστ. Η έννοια της εξέλιξης του ανθρώπινου εγκεφάλου μέσα από την ανάγνωση οδηγεί τη συγγραφέα να εστιάσει ιδιαίτερα στο φαινόμενο της δυσλεξίας, και περιγράφει τι συμβαίνει όταν ο εγκέφαλος δυσκολεύεται να διαβάσει.
Το βιβλίο αυτό, το πρώτο έργο της Wolf γραμμένο για το ευρύ κοινό, είναι ένα φιλόδοξο, προκλητικό βιβλίο που συνδυάζει την τελευταία λέξη της επιστημονικής έρευνας με την οικειότητα και την ευρυμάθεια ενός καλού αφηγητή.
Όταν διαβάζει κανείς κάποιο δυνατό κείμενο έχει την εντύπωση πως βλέπει ένα πρόσωπο να διαγράφεται κάπου πίσω από τη σελίδα. Συμβαίνει συχνά στους βιβλιόφιλους και τους φιλαναγνώστες (όχι όμως και τόσο συχνά, που να χάνεται η αίσθηση του εξαιρετικού γεγονότος) καθώς επίσης και το ότι τα βιβλία που τους προσφέρουν τη μεγαλύτερη αναγνωστική απόλαυση να είναι εκείνα που κατά λάθος ή κι από παρεξήγηση έφτασαν στα χέρια τους – με την ιδέα, ας πούμε, πως επρόκειτο για κάτι εντελώς διαφορετικό απ’ αυτό που στην πραγματικότητα είναι. Κι είναι τότε μεγαλύτερη η απόλαυση, γιατί όταν τύχει ένα βιβλίο που υπ’ αυτές τις συνθήκες αποκτήθηκε να ικανοποιεί τελικά το γούστο του αναγνώστη τότε η τέρψη από την ανάγνωση του κειμένου συνυπάρχει με το στοιχείο της ευχάριστης έκπληξης και πολλαπλασιάζεται.
Η ανάγνωση βιβλίων πολλές φορές φέρνει στο προκείμενο ζητήματα αισθητικής, φιλοσοφικής όσο και ηθικής τάξης, που έχουν σχέση με τα όρια και την «αλήθεια» του ρεαλισμού και τη σύνδεσή του με το φανταστικό, ιδίως όταν ο συγγραφέας καταπιάνεται με ιστορικά θέματα. Σε ένα μυθιστόρημα με παρόμοιο θέμα, θα έλεγε κανείς ότι δεν μπορούμε να μιλάμε γι΄ αυτό που ο Ρολάν Μπαρτ ονόμασε «απόλαυση του κειμένου». Όμως η απόλαυση της ανάγνωσης δεν εξαρτάται από την απολαυστικότητα του θέματος, αλλά από την τέχνη του συγγραφέα, την ικανότητά του να μας δίνει ερεθίσματα για σκέψη, σύγκριση, αναστοχασμό, ταύτιση, αναπόληση, έκπληξη ή παραξένεμα, συνελόντι ειπείν να κάνει την ανάγνωση μια πλούσια και πολυδιάστατη εμπειρία. Ο αναγνώστης σύντομα ξεχνά ότι διαβάζει μυθιστόρημα και θεωρεί ότι το πρόσωπο που αφηγείται είναι αληθινό. Μια τέτοια αφήγηση, που ανακαλεί την εκ βαθέων εξομολόγηση, δεν είναι μόνο πειστική, αλλά εξασφαλίζει την επικοινωνία με τον αναγνώστη, την αγαθή του προαίρεση να κατανοήσει, να συμμεριστεί, να έρθει στη θέση του αφηγητή.

Ωστόσο, δεν πρέπει να μας διαφεύγει πως «…Καλλιεργημένος δεν είναι αυτός που έχει διαβάσει το ένα ή το άλλο βιβλίο, αλλά εκείνος που μπορεί να βρει τον δρόμο του μέσα στο σύνολό τους και, άρα, γνωρίζει ότι συνθέτουν ένα σύνολο και είναι σε θέση να τοποθετήσει το κάθε στοιχείο σε συνάρτηση με τα υπόλοιπα…» (Pierre Bayard).
Κυρίαρχο ρόλο στη σκέψη και την προβληματική του καθηγητή Bayard κατέχει η ιδέα της «συνοπτικής θεώρησης» του Μούζιλ η οποία όπως αναλύεται και ερμηνεύεται στο κείμενο, προσφέρει πραγματική ανακούφιση στον κάθε αναγνώστη που ντρέπεται για τις αναγνωστικές του «τρύπες» στη δική του ενδότερη βιβλιοθήκη που έχει στήσει σε όλη του τη ζωή. Όπως γράφει ο ίδιος, «…Η ανάγνωση είναι πρώτα απ’ όλα η μη ανάγνωση, ενώ ακόμη και για τους γνωστούς και αφιερωμένους αναγνώστες, η κίνηση της απόκτησης και του ανοίγματος ενός βιβλίου καλύπτει πάντα την αντίστροφη κίνηση η οποία, επειδή συντελείται την ίδια στιγμή, μας διαφεύγει…».
Είναι εξαιρετικά ενδιαφέροντα τα όσα γράφει ο γάλλος συγγραφέας και ψυχαναλυτής για το «εσωτερικό βιβλίο» του κάθε αναγνώστη και δημιουργού. Εκείνο που «γράφει» ή διαβάζει ο αναγνώστης με βάση τα δικά του βιώματα, τις δικές του εμπειρίες, τα δικά του αναγνώσματα, τη δική του προσωπική θεώρηση εντέλει. Προτρέπει ο Bayard τους φοιτητές του (και τους αναγνώστες βεβαίως) –διδάσκει άλλωστε ο ίδιος Λογοτεχνία- να απελευθερωθούν από τα στεγανά, την ντροπή και τις προκαταλήψεις και να τολμήσουν να γίνουν δημιουργικοί, αφήνοντας τον εαυτό τους ελεύθερο να επινοήσει το δικό τους κάθε φορά βιβλίο. Γράφει χαρακτηριστικά, «…Το παράδοξο της ανάγνωσης είναι ότι η πορεία προς τον εαυτό μας περνά μέσα από ένα βιβλίο αλλά πρέπει να παραμείνει ένα πέρασμα. Γι’ αυτό ο καλός αναγνώστης προτιμά να διασχίζει τα βιβλία, καθώς γνωρίζει ότι το καθένα κουβαλάει ένα κομμάτι του εαυτού του και μπορεί να του ανοίξει τον δρόμο, εάν έχει τη σύνεση να μη σταματήσει σε κανένα απ’ αυτά…».
Παρά τις «Κασσάνδρες» που προέβλεπαν ότι το κλασικό βιβλίο από χαρτί είναι θέμα χρόνου να εξαφανιστεί, μόνο αυτό δεν προβλέπεται να συμβεί τα επόμενα χρόνια. Ο λόγος που το διάβασμα σε οθόνη ηλεκτρονικού υπολογιστή δεν έχει καταφέρει να αποτελέσει μια πραγματική εναλλακτική λύση – εξ ου, άλλωστε, και το γεγονός ότι οι εκτυπώσεις κειμένων ζουν και βασιλεύουν- είναι ότι η ανάγνωση σε οθόνη στρεσάρει τον εγκέφαλο, ενώ αντίθετα στο χαρτί τον ηρεμεί, σύμφωνα με νέα έρευνα της καθηγήτριας Αν Μάνγκεν του Κέντρου Ερευνών στην Ανάγνωση του πανεπιστημίου Στάβανγκερ της Νορβηγίας.Σε άρθρο που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Journal of Research in Reading», η Μάνκγεν αναφέρει ότι οι κινήσεις που κάθε λίγο και λιγάκι απαιτούνται στον υπολογιστή, δηλαδή τα συνεχή «κλικ» στις ηλεκτρονικές σελίδες και η κύλισή τους («σκρόλινγκ»), διακόπτουν την εστίαση της προσοχής του αναγνώστη, ο οποίος χάνει την αίσθηση πληρότητας του αναγνωστικού υλικού του, με συνέπεια ο εγκέφαλός του να βιώνει ένα συνεχές στρες. Από την άλλη μεριά, η παραδοσιακή ανάγνωση, που επιτρέπει στον αναγνώστη να πιάνει τις σελίδες και να τις γυρίζει, αισθανόμενος τη φυσική τους υπόσταση, τον βοηθά να νιώθει πιο ήρεμα. Μεγάλο ρόλο παίζει και το γεγονός ότι το κείμενο στο βιβλίο ή σε μια τυπωμένη σελίδα δεν μετακινείται, όπως συμβαίνει σε μια ηλεκτρονική σελίδα. Η Μάνγκεν σημειώνει ότι η ψηφιακή τεχνολογία επιτρέπει μια σειρά από δυναμικές, κινητικές και ευέλικτες μορφές μάθησης. Έτσι, τα νέα παιδιά γενικά διαβάζουν λιγότερα βιβλία από ό,τι στο παρελθόν, όμως συνολικά διαβάζουν περισσότερο, αν συνυπολογισθούν αυτά που διαβάζουν στον υπολογιστή και το κινητό τηλέφωνό τους.
Άλλοι Σουηδοί ερευνητές, σε δικές τους έρευνες, έχουν συμπεράνει ότι στο χαρτί διαβάζουμε καλύτερα και κατανοούμε περισσότερα πράγματα από ό,τι όταν διαβάζουμε ακριβώς το ίδιο κείμενο σε μια οθόνη. Συμφωνούν ότι όταν το βιβλίο ψηφιοποιείται και χάνει τη φυσική του υπόσταση, τότε ο αναγνώστης βιώνει μια αίσθηση απώλειας αναφορικά με τη σφαιρική κατανόηση του κειμένου. Σύμφωνα με τη Μάνγκεν, οι δυνατότητες πολυμεσικού (multimedia) εμπλουτισμού ενός ηλεκτρονικού κειμένου με υπερκείμενο, βίντεο, ήχους και εικόνες, στην πραγματικότητα εμποδίζουν ένα αναγνώστη να δημιουργήσει ένα φανταστικό σύμπαν από τις δικές του νοητικές εικόνες. Αντίθετα, ο εγκέφαλος του αναγνώστης διασπάται και αποσπάται από τις πολυμεσικές ευκαιρίες που έχει στον κομπιούτερ για να κάνει κάτι, να δει ή να ακούσει κάτι άλλο, πέρα από την απλή «μονοδιάστατη» ανάγνωση – η οποία όμως φαίνεται πως έχει τελικά την αδιάπτωτη αυταξία της από ψυχολογικής και εγκεφαλικής απόψεως.

Advertisements

~ από emy67 στο Ιανουαρίου 18, 2010.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: