«Φωτογραφία, ιστορική μνήμη και κοινωνία: σχέση εξελικτικά διαλεκτική»

«Φωτογραφία, ιστορική μνήμη και κοινωνία: σχέση εξελικτικά διαλεκτική»
Της Αμαλίας Κ. Ηλιάδη, φιλολόγου-ιστορικού (Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας απ’ το Α.Π.Θ.)
Υπεύθυνης Σχολικής Βιβλιοθήκης 2ου Ε.Π.Α.Λ. Τρικάλων, ailiadi@sch.gr
http://users.sch.gr/ailiadi , http://blogs.sch.gr/ailiadi, http://www.matia.gr, http://www.emy67.wordpress.com

Η φωτογραφία παίζει σήμερα κυρίαρχο ρόλο στην αποτύπωση της κοινωνικής και ατομικής πραγματικότητας . Δεν υπάρχει ανθρώπινη δραστηριότητα που να μην τη χρησιμοποιεί με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο. Είναι απαραίτητο στοιχείο της επιστήμης, της βιομηχανίας, της τέχνης της κοινωνικής ανάλυσης. (Πρβλ. Gisèle Freund, 1996, «Πρόλογος» στο Φωτογραφία και Κοινωνία, μτφρ. Εύα Μαυροειδή, Αθήνα: Εκδόσεις περιοδικού ΦΩΤΟγράφος, σελ. 9-11).
Είναι χαρακτηριστικό για τη δυναμική της καινούριας επινόησης πως ο Γερμανός φιλόσοφος Λουδοβίκος Φόυερμπαχ (1804-1872) στον πρόλογο του έργου του «Η Ουσία του Χριστιανισμού» (το 1840, λίγο καιρό αφού ανακαλύφθηκε η κάμερα), στο οποίο πραγματεύεται την αληθινή γνώση περί Θεού ως ενότητα συνείδησης και ουσίας του ανθρώπου, σημειώνει ότι η εποχή μας (ενν. ο 19ος αιώνας) προτιμά την εικόνα από το αντικείμενο, το αντίγραφο από το πρωτότυπο, την αναπαράσταση από την πραγματικότητα, την εμφάνιση από την ύπαρξη. Στον 20ο αιώνα μάλιστα, επεκράτησε μια ευρεία συναίνεση, ότι δηλαδή μια κοινωνία γίνεται «μοντέρνα» όταν μια από τις κύριες δραστηριότητές της είναι η παραγωγή και η κατανάλωση εικόνων, όταν οι εικόνες έχουν την ακατανίκητη δύναμη να καθορίζουν τις απαιτήσεις μας από την πραγματικότητα και να γίνονται απαραίτητες για την «υγεία» της οικονομίας, τη σταθερότητα του καθεστώτος και για την επιδίωξη της προσωπικής ευτυχίας. Τότε οι εικόνες οι ίδιες καθίστανται αδηφάγα υποκατάστατα της άμεσης εμπειρίας.
Η αντίληψη της πραγματικότητας ως ατελείωτης σειράς από καταστάσεις που αντικαθρεφτίζουν η μία την άλλη, η άντληση αναλογιών από τα πιο ανόμοια πράγματα, σημαίνει τη σταδιακή διαμόρφωση της χαρακτηριστικής μορφής αντίληψης η οποία κεντρίζεται και, εν τέλει, πιστοποιείται από τις φωτογραφικές εικόνες. Η πραγματικότητα η ίδια έχει αρχίσει να γίνεται αντιληπτή ως ένα είδος καταγραφής που πρέπει να αποκωδικοποιηθεί. Μοιάζουν ενίοτε σαν να εκτιμώνται με περισσή προτίμηση τα μνημόσυνα για τους αποβιώσαντες παρά οι ζωντανοί άνθρωποι και οι δεσμοί τους με το παρόν. Γι’ αυτό οι «τοπογραφικές» καρτ – ποστάλ στα πανέρια ή στις ανταλλαγές μεταξύ συλλεκτών αυξάνουν την τιμή τους ανάλογα με το πόσο πολύ έχει αλλάξει το τοπίο που έχει αποτυπωθεί στο δελτάριο.
Ωστόσο, δεν πρέπει καθόλου να παραβλέπουμε ότι μια εξίσου φυσιολογική και σημαντική λειτουργία με τη μνήμη είναι και η λήθη, και ότι το να ξεχνάμε είναι εξίσου φυσικό. Το να ξεχνάμε μας φέρνει μερικές φορές σε δύσκολη θέση κοινωνικά, αλλά, αντιθέτως, το να μην ξεχνάμε ποτέ συνιστά σοβαρό πρόβλημα και εξασθενεί νοητικά και ψυχικά τον άνθρωπο. Επί παραδείγματι, ο Ρώσος ψυχολόγος Α.R. Luria, στο βιβλίο του “The Mind of a Mnemonist” (London, 1975) μας παρουσιάζει ανάγλυφα πόσο πιο επώδυνο και εξαντλητικό για τον ανθρώπινο οργανισμό είναι η διαδικασία του να μην ξεχνά ποτέ.
Βέβαια, η φωτογραφία μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά ως εργαλείο ενάντια στη λήθη. Αν κάποια στιγμή απροσδόκητα μας δείξουν κάποια παλιά φωτογραφία, μάλλον θα ξαφνιαστούμε, διαπιστώνοντας τις αλλαγές που ο χρόνος έχει επιφέρει όχι μόνο σε μας τους ανθρώπους, αλλά και στο δομημένο περιβάλλον του αστικού χώρου μας. Αδυνατούμε να αντιληφθούμε τις μεταβολές που επέρχονται γενικώς, όχι απλώς επειδή από μέρα σε μέρα είναι ανεπαίσθητες ή πολύ μικρές, ώστε να καταγραφούν συνειδητά από κάποιον παρατηρητή. Οι καθημερινές, μικρής κλίμακας μεταβολές αποτελούν κομμάτι μιας συνηθισμένης διαδικασίας, που καλύπτει τις «μνήμες» της προηγούμενης εμπειρίας μας γι αυτό και δεν γίνονται εύκολα αντιληπτές. Αν δεν μεσολαβήσει ή δεν αναδυθεί κάποια ειδική περίσταση ή σχέση που να προκαλέσει την εστίαση της μνήμης μας σε κάτι, ίσως και να μην μπορούμε να ανακαλέσουμε, να θυμηθούμε δηλαδή, τον εαυτό μας σε μια ορισμένη κατάσταση της ζωής του.
Κατ΄αναλογία, ό, τι ισχύει για τη μνήμη των ατόμων, ισχύει και για την κοινωνική μνήμη. Υπάρχουν παραδείγματα αλλοίωσης των παραμυθιών, που καθώς διασώζονται ως προφορική παράδοση από τη μια γενιά στην άλλη, υπόκεινται και σε αλλεπάλληλες τροποποιήσεις. Ωστόσο, αυτή η διαδικασία μπορεί να περάσει απαρατήρητη στην προφορική κοινωνία αυτή καθεαυτήν. Χωρίς γραπτά αρχεία που θα αποκρυστάλλωναν μια εκδοχή της αφήγησης σε κάποια φάση της μετάδοσής της, δεν διαθέτουμε μια βάση σύγκρισης. Με άλλα λόγια, δεν αντιλαμβανόμαστε τη διαδικασία της μεταβολής, διότι αυτή η διαδικασία σβήνει στο πέρασμά της τα ίδια τα ίχνη της.
Η φωτογραφία, όμως, αποτελεί το συνδετικό κρίκο ανάμεσα στη μνήμη και στη λήθη και οι απαρχές του 20ου αιώνα που ήθελαν μια φωτογραφία να «εκμοντερνίζεται» (εκσυγχρονίζεται) μέσω της εικόνας, άφησαν πίσω τους αρκετά μνημονικά ίχνη. Δείγματα αυτών εντοπίζουμε σε αστικά τοπία διάφορων πόλεων ανά τον κόσμο.
Τη Δευτέρα 19 Αυγούστου 1839 σε μια πανηγυρική συνεδρίαση της Γαλλικής Ακαδημίας Επιστημών ο βουλευτής Πυρηναίων, λόγιος και φιλότεχνος François Arago, ενεργώντας για λογαριασμό του φίλου του Louis J. M. Daguerre, παρουσίασε την εφεύρεση της φωτογραφίας. Η νταγκεροτυπία, πρώτη μορφή φωτογραφίας υπήρξε η ολοκλήρωση των πολύχρονων ερευνών του Γάλλου φυσικού Joseph Nicéphore Niepce (1765-1833). Δεν άργησε η νταγκεροτυπία να φτάσει και στην ελεύθερη Ελλάδα. Δυο μήνες μετά από την πρώτη δημόσια παρουσίαση της νέας εφεύρεσης, αλλοδαποί περιηγητές «έγραφαν» τις πρώτες πλάκες στην Αθήνα. (Πρβλ. Δημήτρης Τζίμας, «Φωτογραφία αυτή η νέα εφεύρεση», στο: Άλκης Ξανθάκης, 1990, Φίλιππος Μαργαρίτης, Ο πρώτος Έλληνας φωτογράφος, Αθήνα: Εκδόσεις Περιοδικού ΦΩΤΟγράφος, χ.α.σ.)
Η ιστοριογραφική αξία των φωτογραφιών ποικίλλει ανάλογα με τη δυνατότητα που μας δίνεται να συνδυάσουμε τις διαθέσιμες πηγές ως προς το συγκεκριμένο αντικείμενο. Στην περίπτωση π.χ. της ιστορίας των Βαλκανίων, ενώ η έρευνα πιθανόν να παρουσιάζει υστέρηση, η πληθώρα οπτικών τεκμηρίων σε ιδιωτικές, κυρίως, συλλογές και αλλού (σε καταστήματα, ιδρύματα κ.τ.λ.) συντέλεσε σε μια μαζική δημοσιοποίηση, μολονότι έλειπαν οι «άλλες», κύριες πηγές, οι επιστημονικές, που θα συνέβαλαν δομικά-λειτουργικά στην αναγνώριση και ερμηνεία του «κάδρου».
Συλλέγοντας φωτογραφίες συλλέγεις τον κόσμο, ισχυρίστηκε η Σούζαν Σόνταγκ (Susan Sontag, 1933-2004). Το να μορφώνεσαι από φωτογραφίες είναι σαν να μορφώνεσαι από αρχαιότερες εικόνες, αν και υπάρχουν γύρω μας πολλές περισσότερες στιγμές που αξίζουν της προσοχής μας. Η φωτογραφική «καταγραφή» του κόσμου μας που ξεκίνησε το 1839 συνεχίζεται ακάθεκτη και από τότε έχουν φωτογραφηθεί σχεδόν τα πάντα.

(info: Βλ. intellectum | 2007 – 2008, τεύχος 3 Η Αξία της Μνήμης για μια Κοινωνία
http://www.intellectum.org/…/ITL03P053069_H_aksia_tis_mnimis.pdf
http://www.matia.gr/7/78/…/7806_6_19.html
https://courses.arch.ntua.gr/fsr/121060/poli%20kai%20mnimi.pdf
Βλ. επίσης Αλεξάνδρα Γερόλυμπου, 2000, «Η Θεσσαλονίκη στα 1913 και στα 1918, βαλκανικές συγκυρίες» στο: Θεσσαλονίκη, οι πρώτες έγχρωμες φωτογραφίες, Αθήνα: Ολκός & Boulogne: Musée Albert-Kahn, σελ. 89).

Advertisements

~ από emy67 στο Οκτώβριος 15, 2010.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: